Λαϊκή ελληνική έκφραση αναφέρει πως είναι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, ελπίζω να μου επιτραπεί να προσθέσω στην εξίσωση και το μυαλό του. Οι αντιθέσεις που βιώνονται έντονες, ποσό μάλλον όταν σε έχουν μόλις «πετάξει» στον δρόμο της ζωής, μακριά από την φωλιά που ο καθένας διαθέτει, τουλάχιστον όπως παρατηρείται στις περισσότερες των περιπτώσεων. Όντως, το ότι χρειάζεται χρόνος για να βρεις το πολυπόθητο λιμάνι σου, είναι μια πραγματικότητα και όχι κάτι το γραφικό. Αλλά όσο είσαι εκεί, όσο βρίσκεσαι μεταξύ των δύο αιχμών, άκραιων, ορίων, ποσό κρύα ή ζεστά μπορεί να νιώθει κανείς στα άβολα πλαίσια του μεταιχμίου του;
Σαν απτό παράδειγμα για την κατανόηση αυτού δεν μπορώ παρά να φέρω το δικό μου βίωμα, το βίωμα μιας 24χρονής που προσπαθεί να ισορροπήσει, μεταξύ της αντίληψης που πιθανώς διαθέσει επί του κόσμου, και όλου του συναισθηματικού της εύρους που συγκρούεται με αυτήν.
Τι είμαστε οι άνθρωποι χωρίς όνειρα; Πως προσδιορίζουμε χωρίς αυτά τις κινητήριες δυνάμεις και του στόχους μας, έτσι ώστε να μας καθοδηγούν; Με βάση το πως η εν λόγω 24χρονη ξεδιπλώνει την κοσμοθεωρία της, για να απαντήσω στο πρώτο ερώτημα, χαμένοι στην πληθώρα του ανθρώπινου είδους. Χωρίς να έχω έρθει, ως παιδί, σε επαφή με ερεθίσματα που έθεταν τα όρια της δημιουργίας ονείρων για εμένα, μέσα στα λιγοστά τετραγωνικά μέτρα του παιδικού μου δωματίου, ανακάλυψα τον κόσμο της ανάγνωσης, και αμέσως μετά στα μοναχικά ξενύχτια και την παρορμητική φύση της εφηβείας μου, τον κόσμο της γραφής. Ήταν πολύ ξεκάθαρος ο στόχος, πολύ όμορφος και ιδιαιτέρως αποκαλυπτικός. Γιατί αν με ρωτάτε αυτό είναι εξάλλου η γραφή, απροκάλυπτα αποκαλυπτική. Είναι η διαδικασία αυτή, η πλήρως μεθυστική, ξεκινάς να γράφεις, να σβήνεις, να μουτζουρώνεις χαρτιά και να ξανά γράφεις. Και εκείνη την στιγμή όπου οι διεργασίες του εγκεφάλου σου προσπαθούν να ενώσουν τις λέξεις, έτσι ώστε να χτίσουν βάση του κοινού κώδικά επικοινωνίας μας, προτάσεις, η αλήθεια αποκαλύπτεται παραβατικά και επικριτικά σχεδόν, όντας δύσκολο πολύ να βρεθεί περιθώριο διαφυγής από τον συναισθηματισμό σου. Μέσα από αυτό ανακαλύπτεις πλευρές σου, πλήρως προσωπικά και ασυναίσθητα. Και αυτή ήταν μονάχα μία πτυχή η οποία αναδεικνύει το μεγαλείο της τέχνης αυτής, μπορεί και η πιο καίρια για εμένα, αλλά παραμένει μονάχα μία.
Τόσο σημαντική ήταν αυτή μου η αποκάλυψη, όπου αμφίδρομα, άλλο τόσο άρχισα να την φοβάμαι. Μην πάθει κακό, μην την τρομάξω και τρέξει μακριά μου. Όφελος μου και καθήκον μου ήταν να την προστατέψω, γιατί ίσως, μπορεί, υπήρχε η περίπτωση και πιθανότητα, να είχα μόλις βρει το δικό μου όνειρο. Την δική μου ιδανική συνθήκη του υπάρχω μου. Αλλά πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Δύσκολο να επιτευχθεί, χρονοβόρο ταυτοχρόνως, και στη τελική ποια είμαι εγώ να κρίνω το αν όντως μπορώ να ανταπεξέλθω και να φτάσω στην πραγμάτωση του; Με το νεαρό της ηλικίας που ακόμα με διέπει, δεν διαθέτω την αυτοπεποίθηση που χρειάζεται, αντιθέτως, διαθέτω όση ανασφάλεια μπορώ να εξασφαλίσω και ακόμα περισσότερο συναίσθημα. Οπότε χρειάστηκε από εμένα μια μικρή στιγμή θάρρους, στο να πω ναι για την συγγραφή μιας μικρής θεατρικής παράστασης στα πλαίσια του σχολείου, μια μικρή στον χρόνο, αλλά γιγάντια για εμένα, στιγμή επιτυχίας του εγχειρήματος αυτού, και λιγοστά δάκρυα, για να κλείσω την πόρτα κλειδώνοντας την πίσω μου.
Διότι, ερχόμενη στο επόμενο μου ερώτημα, τι θα έκανα με την ύπαρξη μου, αν αυτή τη στιγμή ευτυχίας την διέλυα με τις επόμενες μικρές μου αποτυχίες; Θα ισοπέδωνα το μοναδικό όνειρο που διέθετα για να αναπολώ, την μοναδική πηγή τροφοδότησης του ονειροπόλου εαυτού μου, θα της έδινα αρνητικό πρόσημο, δεν θα σταματούσε ποτέ να είναι άπιαστο, αλλά θα έπαυε να είναι ελπιδοφόρο. Δεν μπορούσα να το επιτρέψω να συμβεί, ήταν καίριας σημασίας εξάλλου. Και περιτριγυρίζοντας τον εαυτό μου με φόβο, άρχισα εξίσου να περιτριγυρίζω τον εαυτό μου με νέα ερεθίσματα, πράγματά που σπασμωδικά μου άρεσαν, στα οποία ήξερα πως μπορούσα να επιτύχω με λίγη προσπάθεια, να διαπρέψω με λίγη περισσότερη, καθώς πλέον υπήρχε ένα κενό που έπρεπε να γεμίσω. Αν έλεγα πως του είχα ξεφύγει και δεν είχε μείνει τίποτα, παρά μόνο ψίχουλα όμορφων στιγμών στην μακροχρόνια μνήμη μου, θα με χαρακτήριζα ψεύτρα. Πάντα γυρνούσα σε αυτό, μια δύσκολη στιγμή αρκούσε για να το κάνω, έπρεπε να απελευθερωθώ εξάλλου, και εφόσον ήξερα τον τρόπο, οδηγούμουν εκεί, μέχρι και καταλάθος πολλές φορές.
Σταμάτησε ξαφνικά ωστόσο να βρίσκεται σε καταστολή. Αυτό είναι το αποτέλεσμα που προκύπτει όταν μέσα στον κόσμο των αντιθέσεων που βρισκόμαστε, γνωρίζεις, ως το κοινωνικό ον που είσαι, ανθρώπους που πέρασαν στην άλλη πλευρά, πήγαν αντιστρόφως ανάλογα του καθωσπρεπισμού τους, των συνήθειων τους, και καταδίωξαν τον στόχο. Αυτομάτως τους τοποθέτησα, χωρίς να το συναισθανθώ, σε κάποιο υψηλό σκαλοπάτι κάποιας μεγαλειώδους και αυταρχικής πυραμίδας στο μυαλό μου, ευχόμενη να είχα ένα ψήγμα του θάρρους και θράσους τους. Δεν ήταν αυτό το μοναδικό αποτέλεσμα της γνωριμίας μας. Η καλύτερη εκβολή αυτής, ήταν η κατάσταση στην οποία έβαζαν το «εγώ» μου. Συζητήσεις, όπου πολλές φορές μπορεί ασυναίσθητα να καθοδηγούσα η ίδια, ερωτήματα γύρω από την πορεία τους, και έτσι λίγο λίγο καταλήξαμε στο «Εσύ τι θα ήθελες να κάνεις αν οι συνθήκες ήταν ιδανικές;», και λίγο λίγο απαντούσα, λίγο λίγο το έσκαπτα και μόνη μου, έδινα και άλλη τροφή για σκέψη, οι ερωτήσεις άρχισαν να με πυρπολούν, μέχρι που κατέφθασε το πολύ λογικό και λιτό «Ρε συ, περισσότερα δεν είναι αυτά που θα χάσεις, αν δεν το δοκιμάσεις ποτέ;».
Η καθήλωση που άρχισε να με διέπει ήταν τέτοια, για δεύτερη φορά, που δεν μπορούσα ούτε τώρα να της ξεφύγω. Ήμουν πράγματι τόσο δέσμια του φόβου μου; Πράγματι πίστευα πως άνθρωπος χωρίς όνειρα, δεν είναι και τόσο άνθρωπος; Αλλά στη προκείμενή, δεν γινόταν καμία αναφορά στο να μείνω χωρίς αυτό στο πλάι μου, παρά μόνο στο να το διεκδικήσω, να κάνω το μεγάλο άλμα, να περάσω και εγώ απέναντι. Ανά στιγμές διαθέτω απεριόριστη σιγουριά για την αποτυχία αυτού, το εκφράζει μέχρι και ο οργανισμός μου αυτούσιος, με το στομάχι μου να πονάει και τα πόδια μου μουδιάζουν, αλλά όσο ο χρόνος περνάει, όσο με εκθέτω σε ερεθίσματα που περνάνε αδιάφορα μπροστά από τα μάτια μου, η ανάγκη μου να ανακουφιστώ πίσω στη αγαλλίαση του ονείρου μου αποκτά μεγαλύτερες διαστάσεις.
Φάσκουμε και αντιφάσκουμε, περπατώντας μεταξύ λογικής και συναισθήματος, φόβου και ελπίδας, ηττοπάθειας και αυτοπεποίθησης, και πολλών ακόμα γραφικών αντιθέσεων, εκφραζόμενων με όμορφα και λυρικά επίθετα. Δεν έχω απάντηση στο ποια είναι η καθοριστική στιγμή απόφασής, η μεταβολή και διαφυγή από το μεταίχμιο αυτό, ούτε πως οδηγείται κανείς εκεί. Αλλά όπως προηγουμένως αναφέρθηκε, όλο αυτό δεν είναι τίποτα άλλο παρά το βίωμα μιας 24χρονής, που τουλάχιστον ξέρει, πως έχει όλο τον χρόνο και κόσμο απλωμένα μπροστά της.